ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ
ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
ΕΦΟΡΕΙΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΑΧΑΪΑΣ


Κληρονομιά σε κίνδυνο – αναβίωση, ανθεκτικότητα, αναστοχασμός
25 – 27 Σεπτεμβρίου 2026
Το δημόσιο λουτρό της Δύμης, μνημείο ευρωπαϊκής πολιτιστικής συνέχειας
Η εικονική έκθεση επικεντρώνεται στο ρωμαϊκό-πρωτοβυζαντινό λουτρό της Δύμης ως μνημείο «κληρονομιάς σε κίνδυνο», αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει εντός του σύγχρονου αστικού πυρήνα και του ευρύτερου περιβαλλοντικού πλαισίου. Το αποκαλυφθέν τμήμα του μνημείου βρίσκεται σε πυκνά δομημένο περιβάλλον, κάτωθεν σύγχρονων οδών και σε άμεση γειτνίαση με κατοικίες, γεγονός που περιορίζει την αναγνωσιμότητα και την προστασία του. Παράλληλα, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επιταχύνουν τις φθορές των δομικών καταλοίπων, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη αναστοχασμού και ανθεκτικών πρακτικών διαχείρισης.
Το λουτρό προσεγγίζεται τόσο ως ευάλωτο μνημείο όσο και ως φορέας κοινής αστικής ευρωπαϊκής πολιτιστικής μνήμης, ενταγμένο σε ένα ευρύ δίκτυο δημόσιων λουτρών που διαμόρφωσαν τον δημόσιο χώρο και την καθημερινή ζωή στην Ευρώπη. Η εικονική έκθεση, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των ΕΗΠΚ, καθιστά την πολιτιστική κληρονομιά πιο ανοικτή, στοχαστική, εκπαιδευτικά αξιοποιήσιμη και ευρωπαϊκά προσβάσιμη. Μέσα από την ανάγνωση του ρωμαϊκού πρωτοβυζαντινού λουτρού της Δύμης αποκαλύπτεται η διαχρονική συνέχεια ενός δημόσιου θεσμού με βαθιές ρίζες και ευρεία διάδοση στον ευρωπαϊκό κόσμο συγκροτώντας κοινές πρακτικές και αξίες.
Η πόλη της Δύμης
Η Δύμη βρίσκεται 22 χλμ. δυτικά της Πάτρας στη θέση που σήμερα εκτείνεται η σύγχρονη πόλη της Κάτω Αχαΐας, έδρα του Δήμου Δυτικής Αχαΐας.
Η πόλη της Κάτω Αχαΐας διατηρεί στοιχεία από την πολεοδομική διάταξη της αρχαίας Δύμης, με τα όρια του πολεοδομικού ιστού τους σχεδόν να συμπίπτουν. Κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος το 2018 και αποτελεί τμήμα του ενιαίου αρχαιολογικού χώρου «Δύμη-Παχουμάς».
Η Δύμη ιδρύθηκε με τη συνοίκηση κωμών στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. σε μια εποχή που οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες ευνοούσαν την αστική ανάπτυξη. Στην πρώιμη ελληνιστική εποχή οχυρώθηκε με πλίνθινο τείχος, μήκους 5 χλμ. περίπου περικλείοντας έκταση 1.100 στρεμμάτων. Στις σωστικές ανασκαφές επιβεβαιώνεται η κλασική, ελληνιστική, ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Δύμη.
Η αντιρωμαϊκή στάση της Δύμης
Η αντιρωμαϊκή στάση της Δύμης υπήρξε σημαντική για την ιστορία της πόλης. Η σθεναρή αντίστασή της στους Ρωμαίους οδήγησε στην καταστροφή της και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της το 207 π.Χ. Η πόλη μετά την εδραίωση της ρωμαϊκής κυριαρχίας το 146 π.Χ. αυτοδιοικούνταν υπό την επίβλεψη του ανθυπάτου της Μακεδονίας.
Περί το 144/3 π.Χ. εκδηλώθηκε κίνημα με υποκινητές μέλη της ηγετικής τάξης της Δύμης κατά της πολιτικής που επέβαλε η Ρώμη σύμφωνα με επιγραφή εντοπισμένη το 1797 στην Κάτω Αχαΐα από τον J. Hawkins σήμερα στο Μουσείο Fitzwilliam του Cambridge. Η αντίδραση του ανθύπατου ήταν άμεση τιμωρώντας τους πρωταίτιους και επιβάλλοντας αυστηρά μέτρα προς αποκατάσταση της τάξης με αποτέλεσμα τον εκπατρισμό πολλών κατοίκων.
Η Δύμη ρωμαϊκή αποικία
Η στρατηγική θέση της Δύμης στο δυτικό άκρο της Αχαΐας την καθιστούσε σημαντική για τις σχέσεις της περιοχής με την Ιταλία. Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας η σημασία της ως εμπορικού και στρατιωτικού λιμανιού ενισχύθηκε. Κατά τον 1ο αι. π.Χ. η πόλη ανακηρύσσεται από τους ρωμαίους αυτοκρατορική αποικία. Το 67 π.Χ. από τον Πομπήιο. Το 44 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας ιδρύει την Colonia Iulia Dymaeorum και το 14 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος επανιδρύει και μετονομάζει την Δύμη σε Colonia Iulia Augusta Dumaeorum, εγκαθιστώντας Ρωμαίους πολίτες. Η δημογραφική και οικονομική ενίσχυση της Δύμης την περίοδο αυτή επιβεβαιώνεται ανασκαφικά και από πλήθος σωζόμενων επιγραφών στα λατινικά αλλά και από κεραμικό εργαστήριο που, μεταξύ άλλων, παρήγαγε αρχιτεκτονικά ανάγλυφα ιταλικού τύπου Campana αποδεικτικά της πολιτισμικής όσμωσης. Οι διαδοχικές εγκαταστάσεις αποίκων συνοδεύτηκαν από εγγειοβελτιωτικά έργα και στο πλαίσιο αυτό ανιχνεύθηκαν 3 κτηματογραφήσεις στην πεδιάδα της Δύμης για την αύξηση της αγροτικής παραγωγής ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των μεγάλων αστικών κέντρων της περιφέρειας. Παράλληλα έγιναν επενδύσεις σε έργα υποδομής, που υλοποιούνται σύμφωνα με τις τεχνικές μεθόδους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι το δημόσιο λουτρό της Δύμης.
Ο θεσμός του δημόσιου λουτρού
Τα δημόσια λουτρά, κτίσματα επιβλητικά, ωφελιμιστικού και κοινωνικού χαρακτήρα, απευθύνονταν στους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης εξασφαλίζοντας σωματική καθαριότητα αλλά και ευκαιρίες κοινωνικών επαφών. Η καθημερινή αυτή ρουτίνα αποτύπωνε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής στον οποίο η υγιεινή του σώματος αλλά και ο δημόσιος βίος συνδέονταν στενά. Ρωμαίοι κάθε κοινωνικής τάξης –από απελεύθερους έως μέλη της αριστοκρατίας– συναναστρέφονταν σε ένα περιβάλλον ισότιμο. Η συνύπαρξη Ρωμαίων αλλά και ντόπιων κατοίκων στα λουτρά ενίσχυε την αίσθηση της κοινότητας και της συλλογικής ταυτότητας, στοιχείο απαραίτητο για την κοινωνική συνοχή.
Ο σχεδιασμός του δημόσιου λουτρού
Ένα ρωμαϊκό λουτρό αποτελούσε κτήριο προηγμένου σχεδιασμού, που επεδίωκε την αρμονία και τη συμμετρία, συνυπολογίζοντας παράλληλα τις τεχνικές απαιτήσεις, τις κατασκευαστικές δυνατότητες και τους περιορισμούς του εκάστοτε χώρου. Παραδείγματος χάριν, τη δυνατότητα παροχής νερού και αποχέτευσης, τα διαθέσιμα υλικά δομής, τις κλιματολογικές συνθήκες και τον διαθέσιμο χώρο. Τα δεδομένα αυτά επέτρεπαν πειραματισμούς και συνδυασμούς αρχιτεκτονικών μορφών ανεξάρτητα από το μέγεθος κάθε λουτρού. Έτσι, τα εκατοντάδες δημόσια λουτρά των ρωμαϊκών πόλεων, μικρών ή μεγάλων, εμφανίζουν πλήθος παραλλαγών στην οργάνωση και στη διάρθρωση των χώρων τους. Εκτός από τους χώρους λούσης διέθετε και υπαίθριους ή ημιυπαίθριους χώρους για άσκηση, φιλοσοφικές συζητήσεις και πολιτικές επαφές αλλά και χώρους εστίασης. Τα ρωμαϊκά λουτρά επηρέασαν την αρχιτεκτονική με την εισαγωγή προηγμένου συστήματος θέρμανσης που στηριζόταν πλήρως στη φυσική άνοδο του θερμού αέρα χωρίς μηχανικά μέσα. Η κατασκευή μεγάλων θολωτών χώρων με τη χρήση του ρωμαϊκού σκυροδέματος (opus caementicium), έδινε έμφαση στη λειτουργικότητα θέτοντας τα θεμέλια για την εξέλιξη της δημόσιας, θρησκευτικής και κοσμικής αρχιτεκτονικής των επόμενων αιώνων στη Δύση και την Ανατολή. Την επιλογή του αρχιτεκτονικού σχεδίου και τη διευθέτηση των χώρων καθόριζε η ίδια η διαδικασία λούσης και η πορεία που ακολουθούσαν οι λουόμενοι, οι οποίοι μετά το αποδυτήριο (apodyterium) και τον ψυχρό χώρο (frigidarium) κατευθύνονταν στον χλιαρό χώρο (tepidarium), ώστε να προετοιμαστεί το σώμα για το θερμό λουτρό (caldarium). Στη συνέχεια, ακολουθώντας την αντίθετη πορεία, επέστρεφαν στον ψυχρό χώρο για την αποκατάσταση της ισορροπίας της θερμοκρασίας του σώματος.
Το αποκαλυφθέν τμήμα του λουτρού της Δύμης
Στην κάτοψη του λουτρού με διαφορετική χρωματική επισήμανση σημειώνονται τρεις οικοδομικές φάσεις. Η πρώτη χρονολογείται την εποχή της ίδρυσης, η δεύτερη στην υστερορωμαϊκή περίοδο και η τρίτη στην πρωτοβυζαντινή περίοδο.
Η σωζόμενη μορφή του ανήκει ασφαλώς στην τελευταία περίοδο χρήσης. Το αποκαλυφθέν τμήμα του έχει εμβαδό 325 τ.μ. και αποτελείται από πέντε κύριους χώρους: δύο ψυχρούς, έναν ενδιάμεσο χλιαρό και αμφίπλευρα αυτού δύο θερμούς και τις υδραυλικές εγκαταστάσεις. Στα ανατολικά ορίζεται από αρχαία οδό, διεύθυνσης Β-Ν και μεγίστου αποκαλυφθέντος πλάτους 6 μ. Στην κάτοψη με διαφορετική χρωματική επισήμανση σημειώνονται οι κύριοι χώροι, οι θερμαντικοί κλίβανοι και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις του λουτρού. H κύρια είσοδος δεν εντοπίστηκε, ωστόσο με βάση τη διάταξη των θερμαντικών κλιβάνων η θέση της προσδιορίζεται στα νότια.
Ρωμαϊκή περίοδος (α΄ φάση)
Η κατασκευή του λουτρού χρονολογείται στον όψιμο 1ο αι. π.Χ./πρώιμο 1ο αι. μ.Χ. εποχή κατά την οποία η Ελλάδα διανύει μια μεταβατική περίοδο πολιτικής και πολιτισμικής ενσωμάτωσης στη ρωμαϊκή επικράτεια. Η ελληνική λουτρική παράδοση δεν εξαφανίζεται, αλλά διαπλέκεται με τη ρωμαϊκή, δημιουργώντας νέες μορφές αρχιτεκτονικής και δημόσιας ζωής. Η ρωμαϊκή παρουσία συμβάλλει στον μετασχηματισμό των ελληνιστικών λουτρών, επιταχύνοντας τη μετάβαση προς θερμότερους χώρους, οργανωμένη λουτρική ακολουθία (frigidarium–tepidarium–caldarium) και μεγαλύτερη αρχιτεκτονική κλίμακα. Η σταδιακή ενσωμάτωση αυτών των χώρων μαρτυρεί τη μετάβαση από τα μικρά και λειτουργικά ελληνιστικά λουτρά σε μεγαλύτερες, θερμαινόμενες εγκαταστάσεις.
Ψυχρός χώρος (apodyterium)
Το αποδυτήριο (apodyterium) αποτελούσε το πρώτο στάδιο πριν αρχίσει η λουτρική διαδικασία ως χώρος υποδοχής και απόδυσης των επισκεπτών.
Σε κατεστραμμένο τμήμα στον πυρήνα του χώρου διαπιστώθηκαν συνολικά τρία επάλληλα δάπεδα, σηματοδοτώντας αντίστοιχα και τρεις ορίζοντες χρήσης. Το πρωιμότερο κατά το opus spicatum ανήκει στην ύστερη ελληνιστική. Το ανώτερο δάπεδο της τελευταίας περιόδου χρήσης, αποτελείται από λευκές ασβεστολιθικές πλάκες Αράξου. Τις ορατές πλευρές του χώρου περιτρέχει κτιστό θρανίο, πλάτους 0,50 μ., αποσπασματικά σωζόμενο.
Ο ανατολικός μεσότοιχος του ψυχρού χώρου διατηρεί τμήμα της ανωδομής του κατά τη ρωμαϊκή ισχυρή τοιχοποιία opus testaceum με πλάτος 0,50 μ. Οι οπτόπλινθοι έχουν διαστάσεις 0,28 Χ 0,14 μ. και πάχος από 0,035-0,04 μ. και αποτελούν εξωτερική επένδυση του πυρήνα του τοίχου, κατασκευασμένου από ρωμαϊκό σκυρόδεμα (opus caementicium). Το κτιστό θεμέλιό του έχει πάχος 0,60 μ. Κάτωθεν αυτού διακρίνεται το δάπεδο opus spicatum.
Στοιχείο μετασκευής αποτελεί το άνοιγμα επικοινωνίας πλάτους 1 μ. με τον μεσαίο θερμαινόμενο χώρο. Διανοίχθηκε στο νότιο πέρας του ανατολικού μεσότοιχου όπως μαρτυρούν οι δύο βαθμίδες στη νοτιοδυτική γωνία του δαπέδου του χλιαρού χώρου. Ο μεσότοιχος δεν σώζει το βόρειο πέρας του, όπου πιθανόν υπήρχε και άλλο θυραίο άνοιγμα επικοινωνίας με τον χλιαρό χώρο.
Χλιαρός χώρος (tepidarium)
Το tepidarium τοποθετούνταν ανάμεσα στα πιο θερμά και τα πιο ψυχρά δωμάτια. Λειτουργούσε ως χώρος ήπιας θέρμανσης, απαραίτητος για τη σταδιακή προσαρμογή της θερμοκρασίας του σώματος.
Ο μεσαίος ευρύχωρος χώρος, διαστάσεων 4,50 μ. (Α-Δ) Χ 6,00 μ. (Β-Ν), ταυτίζεται με τη χλιαρή διαδικασία του λουτρού καθώς θερμαίνονταν έμμεσα μέσω υπόγειας κτιστής διόδου από τον όμορο προς βορρά θερμό χώρο. Το tepidarium διατηρούσε μέτρια θερμοκρασία, η οποία επιτυγχανόταν μέσω ενός ελεγχόμενου θερμοτεχνικού συστήματος συνδυάζοντας θέρμανση δαπέδου με υπόκαυστο (hypocaustum) και θέρμανση τοίχων με tegulae mammatae.
Τα τοιχώματα του υποκαύστου από θραύσματα κεραμίδων, μικρούς λίθους και ισχυρό κονίαμα, εξωτερικά εφάπτονται της επίχωσης και εσωτερικά επιχρίονται με κονίαμα για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης. Οι πεσσίσκοι ύψους 0,85 μ., εδράζονται σε δάπεδο επιστρωμένο με ισχυρό υδραυλικό κονίαμα. Σε ακέραιους πεσσίσκους μετρήθηκαν 17 επάλληλες σειρές οπτοπλίνθων. Φέρουν εγχάρακτο Χ για την καλύτερη πρόσφυση του συνδετικού υλικού. Οι πεσσίσκοι παράλληλα στηρίζουν και τις μεγάλες τετράγωνες πλίνθινες πλάκες (tegulae bipedales), πάχους 0,06 μ., που συνθέτουν τη βάση του υποστρώματος του υπερκείμενου δαπέδου (suspensura). Το δάπεδο συνίσταται από συμπαγή ενιαία στρώση κονιάματος, μεγάλου πάχους (0,35 μ.) επιτρέποντας τη διατήρηση της θερμοκρασίας. Η γεωμετρία των πεσσίσκων λειτουργεί ως σύστημα ελεγχόμενης αντίστασης ροής, εξασφαλίζοντας ομοιομορφία.
Ορατοί πεσσίσκοι με το μισό μέγεθος εφάπτονται του ανατολικού πλευρικού τοίχου . Οι μεταξύ τους αποστάσεις κυμαινόμενες από 0,12 έως 0,50 μ. είναι ανάλογες των διαστάσεων των πλίνθινων πλακών που πλαισιώνουν το υπόστρωμα του δαπέδου κυκλοφορίας.
Θέρμανση τοίχων με tegulae mammatae: Ο θερμός αέρας εισέρχεται/εισέρχονταν στον υποδαπέδιο χώρο, κυκλοφορεί ανάμεσα στους πεσσίσκους, θερμαίνει το υπόστρωμα του δαπέδου μέσω αγωγής και στη συνέχεια κατευθύνεται προς τα άνω μέσα από το πρώιμο σύστημα εντοίχιας θέρμανσης tegulae mammatae. Κατασκευαστική λεπτομέρεια είναι η σταδιακή άμβλυνση των πλευρικών κτιστών τοιχωμάτων του υποκαύστου σχηματίζοντας στενό διάκενο έως το δάπεδο κυκλοφορίας επιτρέποντας την τοποθέτηση των tegulae mammatae.
Οι tegulae mammatae, επίπεδες πλάκες με κωνικές αποφύσεις στις γωνίες τους, τοποθετούνταν πάνω στην εσωτερική επιφάνεια του τοίχου από opus reticulatum δημιουργώντας ένα κενό διάστημα μεταξύ της πλάκας και του τοίχου. Οι tegulae mammatae δεν κάλυπταν πάντα ολόκληρο το ύψος του τοίχου στο tepidarium.
Στοιχεία ανωδομής του χλιαρού χώρου διατηρούνται κατά μήκος του νότιου μεσότοιχου, χτισμένου κατά το opus reticulatum. Το ύψος της ανωδομής του φτάνει τα 0,65 μ. και το πλάτος τα 0,45 μ. Στο ύψος του δαπέδου σώζεται επένδυση (ύψους 0,25 μ.) διαμορφωμένη με μαρμάρινα θραύσματα. Την είσοδο στο tepidarium από νότια επιβεβαιώνει η θύρα επικοινωνίας που σώζει τις δύο παραστάδες εμφανώς παρεκκλίνουσες από την αρχική τους θέση. Κάτωθεν της επίχωσης διακρίνεται μονόλιθο κατώφλι, μήκους 0,90 μ., από λίθο Αράξου.
Το νότιο τμήμα του διατηρούμενου ανατολικού μεσότοιχου εδράζεται στο τοίχωμα του υποκαύστου και αποτελεί στοιχείο μετασκευής. Δύο ορθογώνιοι ογκόλιθοι τοποθετημένοι στον άξονα Β-Ν, πιθανώς από κτήριο της ελληνιστικής περιόδου, αποτελούν θεμέλιο του εξωτερικού τοίχου που όριζε τον χλιαρό χώρο στα ανατολικά.
Το tepidarium θερμαίνεται έμμεσα από τον όμορο προς βορρά θερμό χώρο Ι (caldarium I), μέσω μίας υπόγειας κτιστής διόδου. Η δίοδος, διεύθυνσης Β-Ν, έχει εσωτερικό πλάτος 0,60 μ, και τοιχώματα κατά το opus testaceum, πλάτους 0,20 μ., αποσπασματικά σωζόμενα. Η διατομή της διόδου είναι ορθογωνική με καμάρα, όπως υποδηλώνει η μικρή σύγκλιση των τοιχωμάτων στο ανώτερο σωζόμενο τμήμα τους. Τα τοιχώματα εσωτερικά φέρουν ίχνη επιχρίσματος με κονίαμα.
Το δάπεδο της διόδου φέρει επίστρωση από πήλινες πλάκες και βρίσκεται 0,95 μ. βαθύτερα των δαπέδων κυκλοφορίας των θερμών χώρων. Είναι πιθανό οι πήλινες πλάκες, λόγω του ανόμοιου μεγέθους και της πρόχειρης διάταξης να αποτελούν υλικό σε β΄ χρήση. Για την καλύτερη κατανομή της θερμότητας μικρό τμήμα του δαπέδου της εισχωρεί εκατέρωθεν στο χώρο των υποκαύστων. Διακρίνονται τα κτιστά τοιχώματα του υποκαύστου, αποσπασματικά σωζόμενα, αμβλυνόμενα για την τοποθέτηση των tegulae mammatae και την θέρμανση των τοίχων. Οι πεσσίσκοι σε επαφή ακολουθούν ανάλογη κλίση. Η ροή θερμού αέρα από το υπόκαυστο του caldarium κινείται φυσικά προς το υπόκαυστο του tepidarium, λόγω διαφορών θερμοκρασίας και πυκνότητας. Η ένταση της ροής ρυθμιζόταν από τη διατομή της διόδου με στόχο τη συνεχή και ήπια θερμοκρασία από το caldarium στο tepidarium, διατηρώντας σταθερή θερμική μετάβαση. Σε αυτό συνέβαλε και η διαφορά στάθμης στα δάπεδα των υποκαύστων, όπου το δάπεδο του caldarium βρίσκεται 0,10 μ. ψηλότερα από το δάπεδο του tepidarium.
Ο μεσότοιχος μεταξύ χλιαρού και θερμού Ι δεν σώζεται. Στη θέση του σε χώρο πλάτους 1,30 μ. υπάρχουν μικροί λίθοι και κονίαμα με ίχνη καύσης. Ο μεσότοιχος. πιθανώς είχε κατασκευαστεί από ωμές πλίνθους, το κατεξοχήν δομικό υλικό της Δύμης εκ των πραγμάτων δύσκολα διατηρούμενο. Η ωμή πλίνθος βοηθούσε στη διατήρηση της υψηλής θερμοκρασίας στο caldarium. Ο ωμοπλίνθινος πυρήνας παρέμενε στεγνός και προστατεύονταν με επιχρίσματα από υδραυλικό κονίαμα για λόγους στεγανοποίησης. Το πλάτος του τοίχου υπολογίζεται στο 1 μ. και με την προσαύξηση περίπου 0,30 μ. από τη χρήση tegulae mammatae στις όψεις φτάνει το 1,30 μ. H χρήση τους εκτός από τη θερμική λειτουργία προσέθετε επιπλέον στατική σταθερότητα. Το μεγάλο πάχος ήταν ανάλογο του μεγέθους του caldarium και του ανοίγματος της θόλου, υλικά της οποίας βρέθηκαν στην επιφάνεια του δαπέδου κυκλοφορίας. Η χρήση ωμών πλίνθων και στους άλλους τοίχους του caldarium είναι πιθανή.
Θερμός χώρος Ι (caldarium Ι)
Ο θερμός χώρος I (caldarium Ι), διαστ. 6,50 μ. (Α-Δ) Χ 6,00 μ. (Β-Ν) που αναπτύσσεται βορειότερα του tepidarium, είναι όμοιος κατασκευαστικά και ανήκει στην α΄ φάση του λουτρού. Διατηρεί το δάπεδο κυκλοφορίας (suspensura). Στην επιφάνειά του βρέθηκε στρώμα καταστροφής καμαροσκεπούς στέγης. Έντονη ρηγμάτωση και καθίζηση παρατηρείται κατά τόπους. Στην επιφάνεια του δαπέδου σώζει ίχνη τοποθέτησης ανισομεγεθών μαρμάρινων πλακών.
Το praefurnium είναι ο θερμαντικός κλίβανος δηλαδή ο ειδικός εκείνος χώρος της καύσιμης ύλης (π.χ. η άφθονη στην περιοχή δρυς) για την παραγωγή του θερμού αέρα συνηθέστερα σε χαμηλότερο επίπεδο για ευνοϊκό ελκυσμό. Ο θερμός αέρας διοχετευόταν μέσω διόδων στον υπόγειο χώρο του hypocaustum, θερμαίνοντας το caldarium. Το praefurnium εφάπτεται εξωτερικά στη δυτική πλευρά του caldarium, όπου εντοπίστηκε η απόληξη πέντε καμαροσκεπών κτιστών διόδων, διεύθυνσης Α-Δ.
Η απόληξη του μετώπων τριών διόδων παραμένει ορατή στον υπόγειο χώρο του υποκαύστου. Κάθε δίοδος εκτονώνεται σε στόμιο διαχύσεως (5 στόμια διαχύσεως) ώστε ο θερμός αέρας να αγκαλιάζει συστάδες πεσσίσκων, να διανέμεται κάτω από το δάπεδο και να ανέρχεται στα πλευρικά τοιχώματα. Praefurnium με πολλαπλές κτιστές διόδους επιτρέπει ελεγχόμενη, ζωνοποιημένη διανομή θερμότητας στο caldarium, κλιμακωτή ένταση θέρμανσης (π.χ. περισσότερη θερμότητα κοντά στις λεκάνες), εφεδρεία ροής σε περίπτωση φραγής κάποιου αγωγού. Επίσης, οι δίοδοι συνδέονταν και με το σύστημα θέρμανσης του νερού στους χάλκινους λέβητες που βρίσκονταν ακριβώς πάνω από το praefurnium. Ο θερμός αέρας και οι φλόγες πριν εισέλθουν στο υπόκαυστο του caldarium ζέσταιναν το νερό που προοριζόταν για το χλιαρό και το καυτό λουτρό.
Το praefurnium βρισκόταν σε εξωτερικό χώρο ώστε ούτε ο θερμαστής να μπαίνει στο εσωτερικό του λουτρού, να εισέρχεται καπνός στο χώρο των λουόμενων επιτρέποντας τον έλεγχο της καύσης όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αποσπασματικά πυκνά οικοδομικά κατάλοιπα με έντονα ίχνη καύσης και μεγάλη ποσότητα στάχτης του praefurnium εντοπίστηκαν επί της οδού Αθ. Διάκου, δυτικά του caldarium I.
Υστερορωμαϊκή περίοδος (β΄ φάση)
Κατά την όψιμη ρωμαϊκή περίοδο λόγω της οικονομικής πίεσης και της δυσκολίας συντήρησης μεγάλων λουτρών εκδηλώνεται η τάση να περιορίζεται η έκταση τους και να μειώνονται οι χώροι τους. Οι πρώτες μετασκευές στο λουτρικό συγκρότημα διαπιστώνονται κατά την υστερορωμαϊκή περίοδο, γεγονός που υποδεικνύει ότι η πόλη συνεχίζει να ζει στον ίδιο πολεοδομικό πυρήνα, εκμΡωμαϊκή περίοδοςεταλλευόμενη τις υφιστάμενες κοινωφελείς υποδομές. Οι κυριότερες μετασκευές εντοπίζονται στο νότιο τμήμα του λουτρού όπου αποκαλύφθηκαν πλήρως δύο χώροι.
Ο νέος θερμός χώρος το caldarium ΙΙ καταλαμβάνει το νοτιοανατολικό τμήμα του λουτρού. Είναι περίπου τετράγωνος, εσωτερικής πλευράς 3,50 μ., μικρότερος σε μέγεθος από το caldarium I. Στα νότια ορίζεται με ισχυρό τοίχωμα, πλάτους 1 μ. της α΄ φάσης. Στα βόρεια ενισχύεται με τοίχο εφαπτόμενου του tepidarium, δημιουργώντας διπλό τοίχισμα συνολικού πλάτους 1 μ. Αυτή η διαμόρφωση πιθανώς εξυπηρετούσε και στη θολωτή στέγαση του χώρου.
Στο χώρο του υποκαύστου διαπιστώθηκαν 30 πεσσίσκοι, εκ των οποίων επτά ακέραιοι, ύψους 1 μ., με 17-18 επάλληλες σειρές τετράγωνων οπτοπλίνθων. Ορισμένοι πεσσίσκοι με το μισό μέγεθος εφάπτονται του πλευρικού τοίχου. Οι ακέραιοι πεσσίσκοι στηρίζουν το σωζόμενο τμήμα του επιπέδου κυκλοφορίας. Μεγάλες πήλινες πλάκες πάχους 0,03 μ. γεφυρώνουν το άνοιγμα μεταξύ των πεσσίσκων και ορίζουν σταθερό οριζόντιο επίπεδο φέρον τη στρώση υδραυλικού κονιάματος πάχους 0,20 μ. του δαπέδου κυκλοφορίας. Παράλληλα, οι πλάκες διατηρούσαν τη θερμότητα και εμπόδιζαν τη διείσδυση υγρασίας. Συχνά τοποθετούνταν έτσι ώστε οι γωνίες τους να εδράζονται ακριβώς στον άξονα του πεσσίσκου ελαχιστοποιώντας την πιθανότητα μετακίνησης.
Στην επιφάνεια του δαπέδου κυκλοφορίας των λουόμενων, σωζόμενης έκτασης 2,00 Χ 1,80 μ., διατηρείται πήλινη πλάκα και θραύσματα άλλων, δομικό υλικό με αντοχή στις θερμικές καταπονήσεις. Σε επαφή με το δυτικό τοίχωμα σώζεται κατά χώραν tegula mammata σε κενό διάστημα, πλάτους 0,10 μ. για την θέρμανσή του. Η ύπαρξή της τεκμηριώνει την επιβίωση της πρώιμης τεχνικής εντοίχιας θέρμανσης και κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο.
Το στόμιο τροφοδοσίας αποτελεί κτιστή δίοδος, εγκάρσια στη διεύθυνση του τοίχου με δάπεδο διαμορφωμένο με πλακαρούς λίθους σε β΄ χρήση. Τα τοιχώματά της σώζουν στην απόληξη στοιχεία θολωτής κάλυψης, ενισχύονται με κονίαμα και επιμηκύνονται στο εσωτερικό του θαλάμου για την καλύτερη κατανομή της θερμότητας. Το εξωτερικό πέρας της διόδου καταλήγει επί της οδού που εκτείνεται στα ανατολικά και εξυπηρετούσε την προμήθεια σε καύσιμη ύλη, την απομάκρυνση των υλικών καύσης και τις εργασίες λειτουργίας και συντήρησης. Το χώρο τροφοδότησης, όπου βρέθηκε μεγάλη ποσότητα στάχτης από τη σχετική χρήση, ορίζει στα νότια τμήμα τοίχου με υλικά σε β΄ χρήση. Η επαφή του praefurnium με τον δημόσιο δρόμο εξυπηρετούσε τη συνεχή τροφοδοσία και παράλληλα σηματοδοτεί το δημόσιο χαρακτήρα του λουτρού.
Πρωτοβυζαντινή περίοδος (γ΄ φάση)
Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο μεγαλύτερη σημασία δίνεται στη θερμότητα και όχι στην εναλλαγή θερμοκρασιών. Το frigidarium μικραίνει δραστικά διαθέτοντας μικρούς ατομικούς λουτήρες ενώ το caldarium παραμένει ο σημαντικότερος χώρος της λουτρικής διαδικασίας ο οποίος ενίοτε λειτουργεί και ως tepidarium. Επομένως, αν και διατηρείται η βασική ρωμαϊκή ακολουθία ως ιδέα, στην πράξη η μορφή των χώρων, η χρήση και η ένταση της διαδικασίας τροποποιούνται σημαντικά με αποτέλεσμα η εμπειρία για το λουόμενο να είναι πιο προσωπική και πιο σύντομη. Οι κυριότερες μετασκευές εντοπίζονται επίσης στο νότιο αποκαλυφθέν τμήμα του λουτρού.
Κατά την γ΄ οικοδομική φάση στο ανατολικό τμήμα του ενιαίου πλέον χώρου εδράζονται επί του δαπέδου τρεις κτιστοί ατομικοί λουτήρες. Οι ατομικοί λουτήρες ανταποκρίνονται στα ήθη που επέφερε η νέα θρησκεία. Σηματοδοτούν το μετασχηματισμό της ρωμαϊκής λουτρικής παράδοσης και την προσαρμογή στις νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της Πρωτοβυζαντινής περιόδου. Έμφαση πλέον αποδίδεται στην ατομική καθαριότητα και στην ιδιωτικότητα. Ο σταδιακός «χριστιανικός μετασχηματισμός» της Δύμης αποτελεί φαινόμενο που φαίνεται να λαμβάνει χώρα κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Οι δύο λουτήρες (λουτήρας 1 και 2) βρίσκονται προσκολλημένοι στο νότιο τοίχο. Πρόκειται για «δίδυμους» τετράγωνους λουτήρες, πλευράς 0,90 μ. και σωζόμενου ύψους 1,00 μ. Ο πυθμένας τους βρίσκεται 0,10 μ. ψηλότερα από το δάπεδο του χώρου και η εκροή αδειάσματος στη βόρεια πλευρά.
Τα τοιχώματα είναι κτιστά με πλίνθους και εσωτερικά υπάρχει κτιστός αναβαθμός (πλ. 0,20 μ. και ύψ. 0,40 μ.). Επάλληλα υδραυλικά ασβεστοκονιάματα επιχρίουν τις εσωτερικές επιφάνειές τους και ενισχύουν τις δίεδρες γωνίες των τοίχων και του δαπέδου με την τελευταία στρώση να έχει ρόδινο χρώμα. Ο λουτήρας 2 πιθανόν προορίζονταν για θερμό λουτρό καθώς θερμαίνονταν έμμεσα από το caldarium και εύκολα θα τροφοδοτούνταν με ζεστό νερό. Από το σημείο επαφής που διατηρείται σε μικρό ύψος δεν προκύπτουν στοιχεία σύνδεσης των χώρων. Βέβαια η χρήση τους και ως ψυχροί λουτήρες είναι πιθανή και η έμμεση θέρμανσή του από το γειτονικό caldarium δεν αποσκοπούσε στη θέρμανση του νερού αλλά του χώρου ώστε να μην είναι δυσάρεστα κρύος. Ανάλογα λοιπόν με το χώρο του κάθε δωματίου οι ατομικοί λουτήρες ήταν είτε θερμοί είτε ψυχροί. Ο λουτήρας 1 θα μπορούσε να εξυπηρετεί μια σύντομη ψυχρή εμβάπτιση στο πλαίσιο της λουτρικής διαδικασίας.
Η προσθήκη εξωτερικού κτιστού αναβαθμού στο δυτικό τοίχωμα, από λίθους διαφορετικού μεγέθους, χωρίς συνδετικό υλικό, εξυπηρετούσε την πρόσβαση στον λουτήρα 1.
Ένας τρίτος κτιστός ορθογώνιος λουτήρας (λουτήρας 3), απαντά στην ανατολική πλευρά του χώρου, σε επαφή με το τοίχωμα του caldarium II. Στο εσωτερικό: ορθογώνιος ογκόλιθος από ψαμμίτη τοποθετημένος εν είδει αναβαθμού σε επαφή με τον ανατολικό μεσότοιχο, όπου το άνοιγμα επικοινωνίας με τον παρακείμενο θερμό χώρο.
Στη θέση της θύρας επικοινωνίας της β΄ οικοδομικής φάσης εντοπίζεται στην επιφάνεια του ασβεστόλιθου με την εντορμία και λάξευση που παραπέμπει στη διέλευση υδραυλικού σωλήνα για τη μεταφορά του ζεστού νερού στο λουτήρα από το παρακείμενο caldarium ΙΙ, όπου θα υπήρχε λέβητας ζεστού νερού.
Η νότια στενή πλευρά του λουτήρα 3 εφάπτεται του λουτήρα 2. Ο πυθμένας φέρει επίστρωση από πήλινες πλάκες σε β΄ χρήση, βρίσκεται 0,20 μ. ψηλότερα από το δάπεδο του χώρου με την εκροή στη βόρεια πλευρά.
Σε μεταγενέστερο χρόνο στα δυτικά και βόρεια ο λουτήρας 3 πλαισιώνεται από πρόχειρες τοιχοποιίες με οικοδομικό υλικό και αρχιτεκτονικά μέλη σε β΄ χρήση, μεταξύ αυτών και δωρικό κιονόκρανο, πλάτους 0,55 μ.
Και στη βάση του βόρειου τοιχώματος διακρίνονται δύο οπές απορροής εκ των οποίων η μία από τη χρήση του λουτήρα 3. Συλλεκτήρας απορροής των υδάτων και αγωγός απομάκρυνσης των πλεοναζόντων υδάτων από τη χρήση των ατομικών λουτήρων δεν διαπιστώθηκε.
Η τοποθέτηση του λουτήρα 3 μπροστά στη θύρα επικοινωνίας με το tepidarium εμπόδιζε την απρόσκοπτη πρόσβαση μεταξύ των χώρων.
Υδραυλικές εγκαταστάσεις
Οι αποκαλυφθείσες υδραυλικές εγκαταστάσεις αναπτύσσονται στα ανατολικά του λουτρού, κατά μήκος της αρχαίας οδού. Αυτές ανήκουν στην α΄ κατασκευαστική φάση, όπως διαφαίνεται από τα υλικά δομής και την οργανική ένταξη τους στο λουτρό. Περιλαμβάνουν μια υπέργεια υδατοδεξαμενή, υπόγειο αποχετευτικό δίκτυο με αγωγούς παροχέτευσης και αποχέτευσης και τον κεντρικό συλλεκτήριο αγωγό με παρένθετα φρεάτια επισκέψεως ή καθαρισμού.
Την αρχαία οδό στα ανατολικά οριοθετεί τάφρος θεμελίωσης και στρώμα καταστροφής στέγης που ανήκουν σε παρόδιο κτήριο. Το πλάτος της οδού ανέρχεται στα 6 μ. Σημειωτέον ότι, η θεμελίωση οικοδομημάτων της Δύμης εντοπίζεται συχνά εν είδει αύλακας λόγω της επανάχρησης του οικοδομικού υλικού. Άλλο τμήμα της ίδιας αρχαίας οδού είχε εντοπιστεί το 1989 στο όμορο, προς νότον, Ο.Τ. 86. Στον άξονά της διαπιστώθηκε ρωμαϊκός οχετός, τριγωνικής διατομής, διαμορφωμένος με πήλινες πλάκες και φρεάτιο που συνδέονται άμεσα με την κατασκευή και λειτουργία του λουτρού.
Κτιστή υπέργεια δεξαμενή που εξασφάλιζε σταθερή ποσότητα ροής νερού, βρίσκεται εξωτερικά του λουτρού, στα ανατολικά του tepidarium. Έχει εσωτερικές διαστάσεις 1,95 Χ 0,80 μ., σωζόμενο ύψος 1 μ. και τοιχώματα πάχους 0,40 μ. Είναι κατασκευασμένη από λίθους, θραύσματα κεραμίδων και ισχυρό κονίαμα. Η δεξαμενή διαθέτει εκροή αδειάσματος στη βόρεια πλευρά του πυθμένα, σε στάθμη 0,30 μ. βαθύτερα από το δάπεδο του tepidarium. Εσωτερικά επιχρίεται με τρεις στρώσεις υδραυλικού κονιάματος.
Η δεξαμενή πιθανώς ήταν στεγασμένη, όπως υποδηλώνει το στρώμα κεραμίδων που εντοπίστηκε στο γέμισμά της. Στο ίδιο συνηγορεί και η τετράγωνη βάση από λίθο Αράξου, πλευράς 0,65 μ., που διατηρείται in situ στη νοτιοανατολική εξωτερική γωνία της. Η κεντρική πηγή υδροδότησής της δεν έχει εντοπιστεί.
Τα υπολείμματα τοιχίων με ίχνη καύσης, διατηρούμενα αποσπασματικά στο ανατολικό τοίχωμα του tepidarium και του ανατολικού εξωτερικού τοίχου, θα μπορούσαν να ανήκουν σε κτιστή βάση έδρασης λέβητα, καθώς οι λέβητες συχνά εντοιχίζονται για λόγους μόνωσης και σταθερότητας δίπλα σε δεξαμενές ύδατος.
Ο βαθύτερος αγωγός (αγωγός 2), διεύθυνσης Α-Δ, εντοπίζεται σε μήκος 1,20 μ. κάτωθεν του νότιου μεσότοιχου του tepidarium και εισχωρεί στην ανατολική παρειά. Είναι σχήματος ανεστραμμένου Π. Αποτελείται από πήλινα στελέχη, μήκους 0,61 μ., πλάτους 0,20 μ. και ύψους 0,13 μ., με μικρά θραύσματα κεραμίδων στο σημείο συναρμογής τους, συνδεδεμένα με ισχυρό κονίαμα. Εσωτερικά φέρει επίχρισμα και κάλυψη από οπτές πλίνθους.
Άλλος αγωγός (αγωγός 4), διεύθυνσης Α-Δ, διέρχεται κάτωθεν του βορείου ενισχυμένου τοιχώματος του caldarium ΙΙ. Είναι κτιστός με οπτόπλινθους, εσωτερικού πλάτους 0,20 μ. και ύψους 0,29 μ. Είναι οργανικά συνδεδεμένος με το βόρειο τοίχωμα της κατασκευής της α΄ φάσης και συνεχίζει να λειτουργεί και κατά τη μετατροπή του χώρου σε caldarium, όπως υποδηλώνουν τα έντονα ίχνη υαλοποίησης, κυρίως στα εσωτερικά τοιχώματα του.
Σε συνέχεια ο αγωγός 3 διέρχεται κάτωθεν της δεξαμενής από την οποία επίσης συλλέγει και καταλήγοντας στο νότιο τοίχωμα φρεατίου (φρεάτιο 1).
Καθ’ ύψος, τα τοιχώματα του φρεατίου 1 είναι κτιστά με οπτόπλινθους. Διατηρούνται, ωστόσο, αποσπασματικά. Στον πυθμένα και στη βάση των τοιχωμάτων επενδύεται με πήλινες πλάκες. Στο ανατολικό τοίχωμα, κοντά στον πυθμένα, καταλήγει οπαίο άνοιγμα άλλου κλειστού, κυλινδρικού αγωγού (αγωγός 4), διεύθυνσης Α-Δ.
Από το βόρειο τοίχωμα του φρεατίου 1 ξεκινά ο κεντρικός καμαροσκεπής αποχετευτικός αγωγός (αγωγός 1) με κατεύθυνση Β-Ν, αποκαλυφθέντος μήκους 6,70 μ.
Μόνο το νοτιότερο τμήμα του είναι εγκιβωτισμένο σε χυτό υλικό, πλάτους 1,20 μ. Εισχωρεί κάτωθεν μεταγενέστερου τοίχου.
Πλησίον του φρεατίου 2 αποκαλύφθηκε τμήμα συλλεκτήρα με κτιστά τοιχώματα. Το ασβεστοκονίαμα που καλύπτει τα φρεάτια δεν εμφανίζεται συμπαγές λόγω των εργασιών κατά τη μεγάλη διάρκειας χρήσης του λουτρού.
Το βόρειο αποκαλυφθέν τμήμα του κεντρικού καμαροσκεπούς αποχετευτικού αγωγού δεν είναι εγκιβωτισμένο σε χυτό υλικό.
Συλλεκτήρας απορροής υδάτων (συλλεκτήρας 1), σχήματος Π, αποκαλύφθηκε σε επαφή με το ανατολικό πέρας της νότιας πλευράς του δαπέδου του υπόγειου χώρου του caldarium I. Πρόκειται για φρεάτιο παροχέτευσης υδάτων από την υπερχείλιση των λουτήρων που πιθανώς υπήρχαν στο υπερκείμενο δάπεδο κυκλοφορίας. Τα νερά κατέληγαν στον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό μέσω πήλινου κυλινδρικού αγωγού (αγωγός 5) με στελέχη μήκους 0,65 μ. και εσωτερικής διαμέτρου 0,20 μ. που εισχωρούσε στο δυτικό τοίχωμά του.
Εκτεταμένο δίκτυο ρωμαϊκών αποχετευτικών αγωγών έφεραν στο φως σωστικές ανασκαφές και το οποίο μάλιστα μέχρι πρόσφατα εξυπηρετούσε τμήματα της σύγχρονης πόλης. Τμήμα κεντρικού αγωγού, εσωτερικού πλάτους 0,80 μ. και ύψους 1,20 μ., αποκαλύφθηκε επί των οδών Αράξου και Πατρών-Πύργου. Είναι καμαροσκεπής και έχει δάπεδο από κονίαμα. Διακρίνονται και πλαϊνοί συνδετήριοι αγωγοί.
Διάκοσμος
Στοιχείο του εξωτερικού διακόσμου του λουτρού αποτελεί τμήμα ρωμαϊκού ακροκεράμου και λιγοστά θραύσματα ανάγλυφων πήλινων πινάκων επένδυσης ή επίστεψης από την ανωδομή του κτηρίου, ιταλικού τύπου Campana, γνωστά από σωστικές ανασκαφές στην Κάτω Αχαΐα. Τα πήλινα ανάγλυφα τύπου Campana αποτελούν χαρακτηριστική μορφή ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής διακόσμησης, που αναπτύχθηκε κυρίως από τα τέλη του 2ου–1ου αι. π.Χ. και παρέμεινε σε χρήση έως τον 1ο αι. μ.Χ. Συνιστούν προϊόντα τοπικού εργαστηρίου όπου πίνακες σε περιβάλλον κεραμικών κλιβάνων. Πρόκειται για πήλινες ανάγλυφες πλάκες κατασκευασμένες με μήτρα και με μυθολογικά, διονυσιακά ή φυτικά μοτίβα, τοποθετημένες συνήθως κάτω από τα γείσα των κτηρίων. Η μορφολογία και η εικονογραφία τους αντανακλούν μια καλλιτεχνική ταυτότητα, αποτέλεσμα συνεργασίας Δυμαίων και Ρωμαίων τεχνιτών στη Δύμη.
Βαπτιστήριο
Η μετασκευή του λουτρικού χώρου σε συνδυασμό με την ανεύρεση κολυμβήθρας βαπτιστηρίου σε απόσταση 25 μ. νοτιοδυτικά του λουτρού επιβεβαιώνει την αδιάλειπτη λειτουργία του ως πρόσκτισμα, πλέον, πρωτοβυζαντινού θρησκευτικού συγκροτήματος, σε θέση όπου σήμερα μάλιστα εκτείνεται ο Ι. Ν. της Ζωοδόχου Πηγής. Αποτελούσε συνήθη πρακτική η ίδρυση βαπτιστηρίων κοντά ή δίπλα σε προγενέστερα λουτρά με συνεχή λειτουργία προσφέροντας πλέον τις υπηρεσίες τους και στα μέλη της χριστιανικής κοινότητας. Η κυκλικής κάτοψης κολυμβήθρα έχει εξωτερική διάμετρο 1,80 μ. και εσωτερική 0,80 μ. Τα εσωτερικά τοιχώματα και το δάπεδό της επενδύονται με λεπτές μαρμάρινες πλάκες, σχηματίζοντας πολύγωνο πλευράς 0,16 μ.
Το αποκαλυφθέν τμήμα της βρίσκονταν κάτω από τη στάθμη του δαπέδου του φωτιστηρίου. Η οπή απορροής στη βάση του βορειοδυτικού τοιχώματος κατέληγε σε κτιστό υπόγειο αγωγό. Η κολυμβήθρα του βαπτιστηρίου εντοπίστηκε το 2001 σε τάφρο εκτέλεσης τεχνικού έργου επί της οδού Αχ. Συμπολιτείας, στα νότια του Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής και διατηρείται σε κατάχωση.
Οι ακτέριστες καμαροσκεπείς ταφές, ενηλίκων και παιδιών, πρόχειρα τοποθετημένες στους χώρους και στην άμεση περιφέρεια του λουτρού, ανήκουν στη φάση της εγκατάλειψής του.
Η αδιάλειπτη λειτουργία του λουτρού της Δύμης από την ίδρυσή του κατά τον όψιμο 1ο αι. π.Χ./πρώιμο 1ο αι. μ.Χ. έως και τον 6ο αι. μ.Χ. αποτελεί τεκμήριο της σπουδαιότητας του θεσμού του δημόσιου λουτρού.
Η εικονική διαδρομή φτάνει στο τέλος της, όχι όμως και οι διαχρονικές ιστορίες που αφηγείται το μνημείο…
Η εικονική έκθεση λειτουργεί ως εργαλείο αναβίωσης, ευαισθητοποίησης και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, συμβάλλοντας στη βιώσιμη ανάδειξη του μελλοντικά επισκέψιμου μνημείου αποκτώντας νέο ρόλο στον δημόσιο χώρο. Η κατανόηση της αρχιτεκτονικής του λουτρού, της λειτουργίας και της χρήσης του στο πέρασμα των αιώνων ενισχύει τη συνείδηση ότι το παρόν θεμελιώνεται πάνω σε παλαιότερες πρακτικές συνύπαρξης, δημόσιας ζωής και φροντίδας του ατόμου αλλά και της κοινότητας. Η αναβίωσή του μέσα από την ψηφιακή εικονική έκθεση ενισχύει τη διαδικασία επανανοηματοδότησης καθώς καθιστά το μνημείο προσβάσιμο, ερμηνεύσιμο και οικείο, ιδιαίτερα για νεότερες γενιές. Ο αναστοχασμός επιτρέπει στους κατοίκους να αναγνωρίσουν τη θέση τους σε μια μακρά ιστορική ακολουθία, καλλιεργώντας αίσθημα συνέχειας, υπευθυνότητας και συμμετοχής στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, αποτελεί και αφορμή επανεκτίμησης της σύγχρονης ζωής καθώς μέσα από τη σύγκριση πρακτικών καθαριότητας και κοινωνικοποίησης του παρελθόντος με τις σημερινές ατομικές συνήθειες οδηγούμαστε σε ουσιαστικό προβληματισμό για τους ρυθμούς ζωής, την υγιεινή και την κοινωνικότητα.
Βασιλική Τσακνάκη
Αρχαιολόγος
Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας
Μουσική
Χρήστος Λεοντής
Μουσικοσυνθέτης, επίτιμος δημότης Κάτω Αχαΐας
Ψηφιακή επεξεργασία
Ανδρέας Παναγιωτόπουλος
ΠΕ Πληροφορικής
Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας
Βιβλιογραφία
Τσακνάκη, Β. (υπό έκδοση): «Το ρωμαϊκό λουτρό της Δύμης» Πρακτικά της Δ΄ Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης «Το Αρχαιολογικό Έργο στην Πελοπόννησο» (ΑΕΠΕΛ4) που πραγματοποιήθηκε στις 20-23 Νοεμβρίου 2024 στην Καλαμάτα.
























































































